Δευτέρα 25 Σεπ, 2017 | Επικοινωνία
Facebook Header Button   Tweeter Header Button    Youtube Header Button

Ομοφυλοφιλία: Βιολογικές, Ψυχολογικές, Κοινωνικές Επιρροές

Ομοφυλοφιλία: Βιολογικές, Ψυχολογικές, Κοινωνικές Επιρροές

Η ομοφυλοφιλία συνιστά μία κατηγορία σεξουαλικού προσανατολισμού, όπου τα άτομα τείνουν να αισθάνονται συναισθηματική, ερωτική ή και σεξουαλική έλξη για τα πρόσωπα του ιδίου γένους.

Πιο συγκεκριμένα, οι άνδρες οι οποίοι έλκονται σεξουαλικά από άλλους άνδρες ονομάζονται ομοφυλόφιλοι ή γκέι, ενώ οι γυναίκες που γοητεύονται σεξουαλικά από άλλες γυναίκες ονομάζονται λεσβίες.

Η λέξη ομοφυλόφιλος προέρχεται από την Αρχαία Ελληνική λέξη «Ηomo» (που σημαίνει το ίδιο) και τη Λατινική λέξη «Sexus» (που σημαίνει το γένος) (Ezeh, Christopher, Edogbanya & Edor, 2016). Η αναγνώριση της έλξης για το άλλο φύλο, μπορεί να γίνει αντιληπτή από το ίδιο το άτομο ήδη από την ηλικία των 5 ετών, ενώ ο σαφέστερος σεξουαλικός προσανατολισμός εκφράζεται κυρίως κατά τη διάρκεια της εφηβείας.

Σύμφωνα με τον Kinsey, ο οποίος πραγματοποίησε μία καινοτόμο μελέτη αναφορικά με τις βιολογικές και τις κοινωνικές συνιστώσες της ομοφυλοφιλίας, υπολογίζεται ότι περίπου το 10% του γενικού πληθυσμού είναι ομοφυλόφιλοι άνδρες, ενώ πιο πρόσφατες μελέτες τοποθετούν το ποσοστό αυτό στο 3-5%.

Μολονότι, τα στατιστικά δεδομένα για τις γυναίκες παραμένουν συγκριτικά λιγότερα, εκτιμάται ότι οι λεσβίες αντιπροσωπεύουν περίπου το 1-2% του γυναικείου πληθυσμού.

Παρ’ όλα αυτά, γίνεται κατανοητό, ότι τα αριθμητικά στατιστικά στοιχεία ποικίλουν και επικαλύπτονται σε πολυ-πολιτισμικό επίπεδο, δεδομένου του αρνητικού κοινωνικού στερεοτύπου που συνοδεύει την ομοφυλοφιλία (Kinsley, 1948 · Diamond, 1993 · Ngun & Vilain, 2014).

ΒΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΝΙΣΤΩΣΕΣ

Ένας σημαντικός αριθμός επιστημονικών μελετών υποστηρίζει, ότι τα γονίδια διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη του σεξουαλικού προσανατολισμού. Τα περισσότερα ερευνητικά δεδομένα προέρχονται από τη μελέτη μονοζυγωτικών διδύμων, τα οποία τείνουν να εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά σύγκλισης προς την ομοφυλοφιλία, σε σύγκριση με τα διζυγωτικά δίδυμα (Bailey & Pillard, 1991 · Pattatucci & Hamer, 1995 · Dunne, & Martin, 2000, όπως αναφέρεται από Ngun & Vilain, 2014).

Επίσης, η περιοχή Xq28 στο χρωμόσωμα Χ του DNA, το οποίο κληρονομείται από τη μητέρα προς το ομοφυλόφιλο γιο, καθώς και το χρωμόσωμα 10q26, έχουν συσχετιστεί στο παρελθόν με τον ομοφυλοφιλικό σεξουαλικό προσανατολισμό των ανδρών, αλλά όχι των γυναικών (Hu et al., 1995 · Mustanski et al., 2005, όπως αναφέρεται από Ngun & Vilain, 2014).

Παράλληλα, ένας αριθμός επιστημονικών μελετών σε ζώα, έχει προτείνει ότι οι ορμονικές αλλαγές κατά τη διάρκεια της προγεννητικής / ή και της περιγεννητικής περιόδου, δύνανται να επηρεάσουν την σεξουαλική προτίμηση.

Τα πειράματα αυτά περιγράφουν κυρίως την επίδραση των ορμονών του φύλου (ανδρογόνα, οιστρογόνα, προγεστερόνη) στην ανάπτυξη του εγκεφάλου, και ιδιαίτερα στην περιοχή του υποθαλάμου.

Πιο συγκεκριμένα, έχει αποδειχθεί, ότι στην περίπτωση όπου η τεστοστερόνη απουσιάζει κατά τη διάρκεια της περιγεννητικής περιόδου, η ανατομία και η συμπεριφορά του αρσενικού ατόμου δεν μπορεί να γίνει ποτέ εξ’ ολοκλήρου αρσενική (Dominguez-Salazar, et al., 2002, όπως αναφέρεται από Ngun & Vilain, 2014).

Από την άλλη πλευρά, η προγεννητική έκθεση των γυναικών σε ανδρογόνα έχει αποδειχθεί, ότι επηρεάζει αντίστοιχα τον γυναικείο σεξουαλικό προσανατολισμό προκαλώντας αρρενοποίηση (κυρίως για τις γυναίκες που πάσχουν από συγγενή υπερπλασία των επινεφριδίων –CAH -) (Meyer-Bahlburg et al., 2008, όπως αναφέρεται από Ngun & Vilain, 2014).

Συγχρόνως, ορισμένοι μελετητές υποστηρίζουν, ότι η ομοφυλοφιλία μπορεί να αποδοθεί σε ορισμένες γονιδιακές αλλαγές, που λαμβάνουν χώρα στo ενδομήτριο περιβάλλον (επιγενετικοί μηχανισμοί), και όχι στα γονίδια των ατόμων αυτά καθ΄ αυτά.

Για παράδειγμα, η επίδραση της αδελφικής σειράς γέννησης στην ομοφυλοφιλία έχει συσχετιστεί με αυτούς τους μηχανισμούς.

Σύμφωνα με την υπόθεση αυτή, η εγκυμοσύνη στα αγόρια ενεργοποιεί ορισμένα ειδικά αντιγόνα στη μήτρα της μητέρας, τα οποία δύνανται επηρεάσουν την ανοσολογική απόκριση και το σεξουαλικό προσανατολισμό στα μεθεπόμενα τέκνα, όταν αυτά είναι αγόρια (οι πιθανότητες της ομοφυλοφιλίας φτάνουν το 50% μόνο μετά από 10 μεγαλύτερα αδέλφια) (Blanchard, 2001).

Ολοκληρώνοντας, αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με ορισμένες νευροανατομικές μελέτες, ο εγκέφαλος των ομοφυλόφιλων ανδρών φαίνεται να παρουσιάζει ελαφρά διαφοροποίηση σε ορισμένες περιοχές του υποθαλάμου (INAH3), του υπερχιασματικού πυρήνα, καθώς και της πρόσθιας σύμφυσης, σε σύγκριση με τους εγκεφάλους των ετεροφυλόφιλων ανδρών και γυναικών (LeVay, 1991 · Allen & Gorski, 1992). Τέλος, οφείλουμε να τονίσουμε στο σημείο αυτό, ότι η πλειονότητα των επιστημονικών μελετών, που έχουν λάβει χώρα στο πεδίο της μελέτης για τη φύση του σεξουαλικού προσανατολισμού, έχουν επιδεχθεί ισχυρή κριτική, κυρίως λόγω των τεχνικών ατελειών στο σχεδιασμό και στη μεθοδολογία της έρευνας, και επομένως δεν είναι σε θέση να αποδώσουν μία ξεκάθαρη αιτιώδη σύνδεση ανάμεσα στη γενετική και στην ομοφυλοφιλία σε άνδρες και γυναίκες.

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Μέχρι και τον 19ο αιώνα, όπου οι επιστήμονες άρχισαν να μελετούν συστηματικά την ομοφυλοφιλία, η ερωτική επιθυμία και η έκφραση σεξουαλικού ενδιαφέροντος προς τα άτομα του ιδίου φύλου αντιμετωπίζονταν σε πολιτισμικό επίπεδο ως απόκλιση από το φυσιολογικό και ως «ασθένεια».

Περί τα μέσα του 20ου αιώνα, έκαναν την εμφάνιση τους και άρχισαν να γίνονται αποδεκτές ορισμένες βιολογικές, ψυχολογικές και κοινωνικές προσεγγίσεις, οι οποίες και τοποθέτησαν τις καταβολές της ομοφυλοφιλίας σε ένα πιο σαφές και ασφαλές πλαίσιο.

Πιο συγκεκριμένα, ένας από τους πιο σημαντικούς θεωρητικούς της επιστήμης της ψυχολογίας, ο Sigmund Freud υποστήριξε, ότι η αρχική φύση της λίμπιντο στον άνθρωπο είναι αμφιφυλοφιλική, και ότι διαθέτει ένα ομοφυλόφιλο και ένα ετεροφυλόφιλο τμήμα, όπου και κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης καταφέρει να επικρατήσει.

Ο Freud έδωσε μία ακόμα πιθανή εξήγηση για την ομοφυλοφιλία μέσα από την περιγραφή του ανεστραμμένου οιδιπόδειου συμπλέγματος, όπου υποστήριξε, ότι τα ομοφυλόφιλα αγόρια τείνουν να ταυτίζονται με τη μητέρα τους, και να αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους ως μοναδικό αντικείμενο αγάπης (σε επίπεδο ναρκισσισμού).

Eπίσης, ο Freud διαπίστωσε μέσα από το έργο του, ότι η θεραπεία της ομοφυλοφιλίας δεν ήταν επιτυχής, διότι τα εμπλεκόμενα άτομα ήταν διατεθειμένα να εγκαταλείψουν μία σεξουαλική ταυτότητα μέσω της οποίας αντλούσαν ευχαρίστηση (Freud, 1975).

Ο ψυχίατρος Havelock Ellis (1939) παρά το γεγονός ότι διαφώνησε με τον Freud, όσον αφορά την εμπλοκή του οιδιπόδειου συμπλέγματος στην εμφάνιση της ομοφυλοφιλίας, υιοθέτησε μία εξίσου ανεκτική στάση απέναντι σε αυτή τη μορφή σεξουαλικού προσανατολισμού.

Πιο συγκεκριμένα, υποστήριξε ότι οι ομοφυλόφιλοι μαστίζονται από τον έντονο φόβο της ανεπάρκειας προς την εκπλήρωση του ανδρικού τους ρόλου, γεγονός που μπορεί να τους αποτρέψει από την ανάπτυξη σχέσεων με άλλες γυναίκες.

Ο Ellis δηλαδή πίστευε, ότι οι απαιτήσεις και οι περιορισμοί της κοινωνίας συμβάλλουν στην ανάπτυξη της αγάπης για το ίδιο φύλο, και ότι η ομοφυλοφιλία δεν αποδίδεται σε βιολογικούς παράγοντες (Ellis, 2013).

Πολύ αργότερα, ο βιολόγος Alfred Kinsey με παρόμοιο σκεπτικό, προέβη σε πρωτοπόρες μελέτες και δημοσίευσε αρκετά επιστημονικά άρθρα, που αποδείκνυαν ότι η ομοφυλοφιλία ήταν μία αρκετά διαδεδομένη (αν και συγκεκαλυμμένη) μορφή σεξουαλικής απελευθέρωσης στην Αμερική.

Ο ίδιος περιέγραψε την ομοφυλοφιλία ως μία από τις πολλές σεξουαλικές επιλογές που είναι διαθέσιμες στον άνθρωπο, η οποία συνήθως καταλήγει να καταστέλλεται λόγω των επικρατούντων πολιτιστικών στερεοτύπων.

Συνολικά, οι παραπάνω ψυχολογικές προσεγγίσεις οδήγησαν βαθμιαία στην απενοχοποίηση και στην τελική αφαίρεση της ομοφυλοφιλίας από το Διαγνωστικό Στατιστικό Εγχειρίδιο για της Ψυχικές Διαταραχές (DSM) το 1973 (American Psychological Association, 2009).

ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΠΙΡΡΟΕΣ

Η ομοφυλοφιλία ξεκίνησε ως μία ανατρεπτική μορφή σεξουαλικότητας, και διώχθηκε έντονα ανά τους αιώνες τόσο σε θρησκευτικό όσο και σε πολιτισμικό επίπεδο, καθώς γινόταν αντιληπτή ως μία λαθεμένη πορεία, η οποία δεν επιτρέπει στα άτομα να εκπληρώσουν τον βιολογικό και κοινωνικό τους ρόλο (Terry, 1995, σελ. 129-169, όπως αναφέρεται από Ngun & Vilain, 2014).

Σήμερα, τα παιδιά και οι έφηβοι, που εντός της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας μεγαλώνουν μακριά από τη γονεϊκή επίβλεψη και καθοδήγηση, έχουν την ευκαιρία να πειραματιστούν όλο και περισσότερο με τα άτομα του ιδίου φύλου.

Παράλληλα, η εύκολη πρόσβαση και η πρώιμη έκθεση στην ηλεκτρονική πορνογραφία, φαίνεται να έχει ενισχύσει τη δημιουργία μίας ομοφυλοφιλικής υποκουλτούρας στους νέους, οι οποίοι αναζητούν την περιπέτεια, και επιθυμούν να αντιταχθούν στο κοινωνικό κατεστημένο (Gerard & Van Den Aardweg, 2011).

Για τους παραπάνω λόγους, κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, η ορατότητα και η κοινωνική αποδοχή των ομοφυλόφιλων ανδρών και γυναικών έχει αυξηθεί σημαντικά.

Ωστόσο, οι άνθρωποι αυτοί συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν πρωτοφανείς ομοφοβικές προκλήσεις στο επίπεδο της εκπαίδευσης, της εργασίας, της υγείας, και των διαπροσωπικών σχέσεων (McGhee, 2001 · Russell et al., 2011 · Albuquerque, 2016 · Jin, Myung & Park, 2016), γεγονός που έχει συνδεθεί επανειλημμένα με τον αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ψυχικών ασθενειών, όπως η κατάθλιψη, οι αγχώδεις διαταραχές, και η αυτοκτονικότητα (Skinner, 1994, όπως αναφέρεται από Ezeh, Christopher, Edogbanya & Edor, 2016, σελ. 12 · Shilo & Savaya, 2012 · Shearer et al., 2016).

Ολοκληρώνοντας, αξίζει να σημειωθεί, ότι οι κοινωνικές πεποιθήσεις αναφορικά με την προέλευση της ομοφυλοφιλίας είναι καθοριστικής σημασίας πρωτίστως για την αντιμετώπιση και κατ’ επέκταση για την κοινωνική ενσωμάτωση των ομοφυλόφιλων ατόμων.

Πιο συγκεκριμένα, οι άνθρωποι που ζουν σε χώρες όπου ορισμένα κρίσιμα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων ζευγαριών έχουν κατοχυρωθεί (γάμος, υιοθεσία), οι άνθρωποι που ανήκουν σε μία ανώτερη κοινωνικο-οικονομική τάξη και διαθέτουν ένα καλύτερο μορφωτικό επίπεδο, τείνουν να εκφράζουν πιο ευνοϊκή στάση απέναντι στην ομοφυλοφιλία.

Στον αντίποδα, τα βαθιά θρησκευόμενα άτομα, και τα άτομα τα οποία διαθέτουν ένα χαμηλό μορφωτικό και κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο, αντιμετωπίζουν την ομοφυλοφιλία περισσότερο ως το αποτέλεσμα ορισμένων λαθεμένων επιλογών και όχι ως έμφυτο γνώρισμα, και επομένως τείνουν να εκφράζουν μία πιο αποδοκιμαστική στάση (Akker, Ploeg & Scheepers, 2013 · Pereira, Pereira & Monteiro, 2016 · McGee, 2016). Σε κάθε περίπτωση, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε το γεγονός, ότι τα γονίδια καθορίζουν τα πάντα, ενώ συγχρόνως το περιβάλλον επηρεάζει τα πάντα, και ότι κάθε είδους διαφοροποίηση μεταξύ των ανθρώπων συνίσταται σε αυτή τη μεγάλη περιοχή, όπου αλληλεπιδρούν οι βαρυσήμαντες συνιστώσες της φύσης και της ανατροφής.

Βιβλιογραφικές Αναφορές

Aardweg, G. J. M. Van Den, Aardweg, G. J. M. Van Den, & Ph, D. (2011). On the Psychogenesis of Homosexuality. The Linacre Quarterly, 3(78), 330 – 354.

Albuquerque, G. A., Quirino, S., Winter, F., Paiva, S., Abreu, L. C. De, Valenti, V. E., … Maciel, S. (2016). Sexual Diversity and Homophobia in Health Care Services : Perceptions of Homosexual and Bisexual Population in the Cross-Cultural Theory. Open Journal of Nursing, 6(June), 470–482.

Allen, L. S., & Gorski, R. a. (1992). Sexual orientation and the size of the anterior commissure in the human brain. Proceedings of the National Academy of Sciences, 89(15), 7199–7202.

Association, A. P. (2009). Report of the task force on appropriate therapeutic responses to sexual orientation. Washington, DC: American Psychological Association, 1–138.

Blanchard, R. (2001). Fraternal birth order and the maternal immune hypothesis of male homosexuality. Hormones and Behavior, 40(2), 105–114.

Ellis, H. (2013). Psychology of Sex: The Biology of Sex—The Sexual Impulse in Youth—Sexual Deviation—The Erotic Symbolisms—Homosexuality—Marriage—The Art of Love.

Ezeh, P. A., & Christopher, M. (2016). Homosexuality : A Review on the Health Effects. MAYFEB Journal of Medicine, 1, 1–16.

Freud, S., & Stratchey, J. (1975). Three Essays on the Theory of Sexuality. Basic Books, 5008, 123–246.

Jin, M., & Park, J. (2016). Sexual Minority and Employee Engagement: Implications for Job Satisfaction. Journal of Public and Nonprofit Affairs, 2(1), 3–14.

Kinsey, A. C., Pomeroy, W. B., & Martin, C. E. (1948). Sexual Behavior in the Human Male. British Medical Journal.

Lemeire, O., & Block, A. De. (2015). Philosophy and the Biology of Male Homosexuality. Philosophy Compass, 7(10), 479–488.

Levay, S. (1991). A difference in hypothalamic structure between heterosexual and homosexual men. American Association for the Advancement of Science, 253(5023), 1034 – 1037.

McGee, R. W. (2016). Do Male and Female Views Toward Homosexuality Differ? An Empirical Study of United States Opinion.

Ngun, T. C., & Vilain, E. (2014). The biological basis of human sexual orientation: Is there a role for epigenetics? Advances in Genetics (Vol. 86). Elsevier.

Pereira, A., Pereira, C. R., & Monteiro, M. B. (2016). Normative pressure to reduce prejudice against homosexuals: The buffering role of beliefs about the nature of homosexuality. Personality and Individual Differences, 96, 88–99.

Russell, Ryan, Toomey, Diaz, & Sanchez. (2011). Lesbian, gay, bisexual, and transgender adolescent school victimization: Implications for young adult health and adjustment. Journal of School Health, 81(5), 223–230.

Shearer, A., Herres, J., Kodish, T., Squitieri, H., James, K., Russon, J., … Diamond, G. S. (2016). Differences in Mental Health Symptoms Across Lesbian, Gay, Bisexual, and Questioning Youth in Primary Care Settings. Journal of Adolescent Health.

Shilo, G., & Savaya, R. (2011). Effects of Family and Friend Support on LGB Youths’ Mental Health and Sexual Orientation Milestones. Family Relations, 60(3), 318–330.

Shilo, G., & Savaya, R. (2012). Mental Health of Lesbian, Gay, and Bisexual Youth and Young Adults: Differential Effects of Age, Gender, Religiosity, and Sexual Orientation. Journal of Research on Adolescence, 22(2), 310–325.

Van Den Akker, H., Van Der Ploeg, R., & Scheepers, P. (2013). Disapproval of homosexuality: Comparative research on individual and national determinants of disapproval of homosexuality in 20 European countries. International Journal of Public Opinion Research, 25(1), 64–86.

 *Δρ Θάνος Ασκητής,IΑΤΡΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΨΥΧΙΚΗΣ ΚΑΙ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ
Συμβουλευτική γραμμή επικοινωνίας 77 77 28 77 

 

 
Πίσω στην αρχή της σελίδας