Τετάρτη 26 Σεπ, 2018 | Επικοινωνία
Facebook Header Button   Tweeter Header Button    Youtube Header Button

Μειωμένη Σεξουαλική Επιθυμία και Διέγερση στη Γυναίκα

Μειωμένη Σεξουαλική Επιθυμία και Διέγερση στη Γυναίκα

Η γυναικεία σεξουαλική δυσλειτουργία του Μειωμένου Ερωτικού Ενδιαφέροντος / Διέγερσης (Female Sexual Interest / Arousal Disorder) είναι μία συνθήκη, που χαρακτηρίζεται από επίμονη ή επαναλαμβανόμενη έλλειψη σεξουαλικού ενδιαφέροντος, που συχνά συνοδεύεται από την αδυναμία της γυναίκας να διεγερθεί σεξουαλικά (κολπική εφύγρανση).

Η ελάττωση της σεξουαλικής επιθυμίας αποτελεί ένα από τα πιο συχνά προβλήματα της γυναικείας σεξουαλικότητας. Πρόκειται για μία σύνθετη κατηγορία σεξουαλικής δυσλειτουργίας, που φαίνεται να επηρεάζει τις γυναίκες όλων των ηλικιών και των εθνικοτήτων. Η συγκεκριμένη σεξουαλική δυσλειτουργία πολλές φορές συνυπάρχει με την αδυναμία της γυναίκας να φτάσει σε οργασμό (ανοργασμία) και επομένως είναι καθοριστική για την ποιότητα της σεξουαλικής της ζωής και τη σχέση με τον σύντροφο της.

Στο παρελθόν, η διάσημη Αμερικανίδα σεξολόγος Hellen Kaplan (1979) είχε προτείνει, ότι η σεξουαλική δυσλειτουργία της μειωμένης σεξουαλικής επιθυμίας στηρίζεται σε (α) ενδοψυχικά, (β) διαπροσωπικά και (γ) συμπεριφορικά επίπεδα.
 
Αιτιολογία
•             Ορμόνες: Η μείωση των επιπέδων των οιστρογόνων και της τεστοστερόνης (κυρίως στην εμμηνόπαυση), καθώς και η αύξηση των επιπέδων της προλακτίνης (συνήθως μετά την εγκυμοσύνη) στον ανθρώπινο οργανισμό, έχει αποδειχθεί, ότι δύνανται να προκαλέσουν μείωση της σεξουαλικής επιθυμίας αλλά και αδυναμία ερωτικής διέγερσης στις γυναίκες.
•             Νευροδιαβιβαστές: Η ανισορροπία μεταξύ των νευροδιαβιβαστών με διεγερτική δράση, όπως η ντοπαμίνη και η νορεπινεφρίνη, αλλά και των νευροδιαβιβαστών με ανασταλτική δράση, όπως η σεροτονίνη στον ανθρώπινο εγκέφαλο, θα μπορούσε επίσης να δώσει το έναυσμα για την εμφάνιση μειωμένης σεξουαλικής επιθυμίας και έλλειψης ευχαρίστησης.
•             Διαταραχές του Κυκλοφορικού και Νευρικού Συστήματος: Οι διαταραχές, που είναι πιθανότερο να προκαλέσουν κάποια σεξουαλική δυσλειτουργία στη γυναίκα, είναι εκείνες, που δημιουργούν προβλήματα κυκλοφορικής ή νευρολογικής φύσεως (παθήσεις του θυροειδούς, διαβήτης, καρδιαγγειακές παθήσεις).
•             Κινητικές Αναπηρίες: Η ύπαρξη κάποιας κινητικής αναπηρίας μπορεί να έχει ως συνέπεια την σωματική υπαισθησία ή ακόμα και την αναισθησία των ερωτογενών περιοχών, κυρίως λόγω βλάβης του κινητικού νευρώνα και των αντίστοιχων περιοχών του εγκεφάλου.
•             Ψυχολογικές Παράμετροι: H έλλειψη έγκυρων πληροφοριών γύρω από το σεξ, η ύπαρξη πρώιμων αρνητικών σεξουαλικών εμπειριών, η ανατροφή μίας γυναίκας στα πλαίσια ενός αυστηρού οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος, η κακή εικόνα για το σώμα της, η χαμηλή αυτοεκτίμηση καθώς και το άγχος της σεξουαλικής απόδοσης, είναι μόνο μερικοί από τους ψυχολογικούς παράγοντες, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διατάραξη της σεξουαλικής της επιθυμίας και διέγερσης.
•             Ποιότητα Σχέσης: H ύπαρξη κακής επικοινωνίας, προστριβών και συγκρούσεων στο εσωτερικό της ερωτικής σχέσης μίας γυναίκας συνθέτει πολλές φορές το σκηνικό γύρω από την έλλειψη των κινήτρων της για σεξουαλική επαφή με τον σύντροφο της.
•             Ψυχιατρικές παθήσεις και φάρμακα: Η μειωμένη σεξουαλική επιθυμία πολλές φορές προκύπτει ως ένδειξη κάποιας συναισθηματικής διαταραχής, όπως η κατάθλιψη, που προκαλεί «ανηδονία». Παράλληλα, η συννοσηρότητα ανάμεσα στη μειωμένη σεξουαλική επιθυμία και στις κρίσεις πανικού, τις αγχώδεις διαταραχές, τις φοβίες και τη διπολική διαταραχή είναι ένα αρκετά σύνηθες φαινόμενο. Ορισμένες φαρμακολογικές παρεμβάσεις (π.χ., επιλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης) για την αντιμετώπιση αυτών των διαταραχών, μπορούν να οδηγήσουν σε μείωση της σεξουαλικής επιθυμίας.
•             Άλλες Σεξουαλικές Δυσλειτουργίες: Είναι σύνηθες για τις γυναίκες να βιώνουν περισσότερες από μία σεξουαλικές δυσλειτουργίες. Για παράδειγμα, η παρουσία χρόνιου πόνου στην περιοχή των γεννητικών οργάνων μπορεί να οδηγήσει σε έλλειψη σεξουαλικής επιθυμίας λόγω επώδυνης σεξουαλικής επαφής. Συγχρόνως, το μειωμένο σεξουαλικό ενδιαφέρον και η δυνατότητα ερωτικής διέγερσης μπορούν να μειώσουν την οργασμική ικανότητα.
 
Διάγνωση
Σύμφωνα με την 5η και πιο πρόσφατη έκδοση του Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, η σεξουαλική δυσλειτουργία του μειωμένου σεξουαλικού ενδιαφέροντος και της ερωτικής διέγερσης στη γυναίκα, εκδηλώνεται μέσα από τουλάχιστον 3 από τα ακόλουθα συμπτώματα:
1. Μειωμένο (ή και καθόλου) ενδιαφέρον για σεξουαλική δραστηριότητα.
2. Μειωμένες (ή και καθόλου) σεξουαλικές / ερωτικές σκέψεις ή φαντασιώσεις.
3. Μειωμένη (ή και καθόλου) επιθυμία για έναρξη της σεξουαλικής δραστηριότητας, ενώ συνήθως δεν ανταποκρίνεται στις προσπάθειες ερωτικής προσέγγισης του συντρόφου.
4. Μειωμένη (ή και καθόλου) άντληση ευχαρίστησης, κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής, στις περισσότερες ή σχεδόν σε όλες τις σεξουαλικές συνευρέσεις (περίπου 75% -100%).
5. Μειωμένο (ή και καθόλου) σεξουαλικό συμφέρον / διέγερση ως απάντηση σε οποιοδήποτε σεξουαλικό ερέθισμα (π.χ. γραπτά, λεκτικά, οπτικά).
6. Οι γενετήσιες και μη γενετήσιες αισθήσεις απουσιάζουν κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής δραστηριότητας στις περισσότερες ή σχεδόν σε όλες τις σεξουαλικές συνευρέσεις (σε περίπου 75% -100%).
Α. Για να τεθεί η επίσημη διάγνωση από τον κλινικό ιατρό, τουλάχιστον 3 από τα παραπάνω συμπτώματα θα πρέπει να είναι παρόντα στη ζωή της γυναίκας για τουλάχιστον 6 μήνες.
Β. Επίσης, τα συμπτώματα αυτά θα πρέπει να προκαλούν σημαντική κλινική δυσφορία και να δυσχεραίνουν σημαντικά την καθημερινότητα και τη σχέση του ατόμου.
Γ. Η σεξουαλική δυσλειτουργία δεν θα πρέπει να εξηγείται καλύτερα από κάποια ψυχική πάθηση ή να αποτελεί συνέπεια μίας σοβαρής παθογένειας στο εσωτερικό της σχέσης (π.χ., βία μεταξύ των συντρόφων).
Δ. Η σεξουαλική δυσλειτουργία δεν θα πρέπει να οφείλεται στις επιδράσεις μίας ουσίας, ενός φαρμάκου ή κάποιας άλλης ιατρικής κατάστασης.
Επίσης η σεξουαλική δυσλειτουργία μειωμένης σεξουαλικής επιθυμίας / διέγερσης στη γυναίκα, ταξινομείται στις ακόλουθες κατηγορίες:
Γενικευμένη: Αφορά τη γενικότερη έλλειψη σεξουαλικού ενδιαφέροντος.
Καταστασιακή: Αφορά έναν συγκεκριμένο τύπο διέγερσης, μία συνθήκη ή έναν σύντροφο.
Πρωτοπαθής: Η μειωμένη σεξουαλική επιθυμία / διέγερση αποτελεί ένα μόνιμο χαρακτηριστικό του ατόμου από την έναρξη της σεξουαλικής του ζωής.
Δευτεροπαθής: Η μειωμένη σεξουαλική επιθυμία / διέγερση προκύπτει, ύστερα από μία περίοδο φυσιολογικής σεξουαλικής λειτουργίας.
Η διαταραχή μειωμένης σεξουαλικής επιθυμίας / διέγερσης αξιολογείται ως ήπια, μέτρια και σοβαρή, ανάλογα με το βαθμό της ψυχολογικής δυσφορίας που προκαλεί στο άτομο.
•             Ιατρικές Παρεμβάσεις:
Η γυναικολογική κλινική εκτίμηση, είναι αυτή που μπορεί να δώσει το έναυσμα για τη χρήση συγκεκριμένων φαρμακευτικών σκευασμάτων, σε περίπτωση όπου η μειωμένη ερωτική διέγερση οφείλεται σε κάποιου είδους κολπίτιδα ή σε χαμηλά επίπεδα οιστρογόνων.
Παράλληλα, η συνεργασία με ενδοκρινολόγο, μπορεί να βοηθήσει τον ασθενή στην εξισορρόπηση των προβλημάτων, που σχετίζονται με τον θυρεοειδή ή άλλες ορμονικές καταστάσεις και προκαλούν μειωμένη σεξουαλική επιθυμία.

Τέλος, ψυχίατρος είναι εκείνος, που μπορεί να ρυθμίσει τη δοσολογία, να προτείνει την προσθήκη ενός νέου σκευάσματος ή την αντικατάσταση αυτού, σε περίπτωση που κρίνει ότι η μειωμένη σεξουαλική επιθυμία / διέγερση είναι απότοκο της φαρμακευτικής αγωγής ενός προβλήματος ψυχικής υγείας της γυναίκας.
•             Ατομική Ψυχοθεραπεία:
Συνήθως, ο θεραπευτής προσπαθεί να εντοπίσει κάποια ψυχολογική ή βιολογική αιτία για τη μειωμένη σεξουαλική επιθυμία / διέγερση. Μαζί με τον θεραπευόμενο, αναζητούν την πηγή προέλευσης των αρνητικών συναισθημάτων και των λανθασμένων του πεποιθήσεων γύρω από τη σεξουαλική του ζωή. Αναλύουν τα βιώματα και τις εμπειρίες του και μέσω ειδικών ψυχοθεραπευτικών τεχνικών ανατρέπουν την εικόνα του θεραπευόμενου για τον εαυτό του και τις σχέσεις του με τους άλλους.
•             Συμβουλευτική Θεραπεία Ζεύγους:
Η σεξουαλική δυσλειτουργία του μειωμένου ερωτικού ενδιαφέροντος / διέγερσης κάνει συχνά την εμφάνισή της στο πλαίσιο των συντροφικών σχέσεων. Μάλιστα, η αγωνία των γυναικών σχετικά με τη δυνατότητά τους να ικανοποιήσουν σεξουαλικά τον σύντροφό τους και να διατηρήσουν τη σχέση τους, είναι ένας από τους βασικότερους λόγους για την αναζήτηση θεραπείας.
Ωστόσο, η ποιότητα της σχέσης θεωρείται πολλές φορές από τους ειδικούς, όχι μόνο η «ρίζα» της εν λόγω σεξουαλικής δυσλειτουργίας, αλλά και ένας από τους σημαντικότερους προγνωστικούς παράγοντες για την πορεία και την εξέλιξη της. Έτσι, αφού προηγηθεί ένας αριθμός ατομικών συνεδριών, ανάμεσα στη γυναίκα με μειωμένη σεξουαλική επιθυμία / διέγερση και στον ειδικό, συνήθως, προτείνεται στους συντρόφους να συμμετέχουν μαζί στη θεραπεία του «κοινού» τους προβλήματος, το οποίο μπορεί να εκφράζεται τόσο μέσα από την επικοινωνία όσο και μέσα από την καθημερινή τριβή τους.
•             Σεξουαλική Θεραπεία Ζεύγους (Sex Therapy):
Η σεξουαλική θεραπεία ζεύγους (sex therapy) δεν επικεντρώνεται αποκλειστικά στη βελτίωση της επικοινωνίας (λεκτική και μη λεκτική) μεταξύ των ερωτικών συντρόφων, όπως συμβαίνει με τη συμβουλευτική θεραπεία. Ουσιαστικά, μέσω αυτής της μεθόδου, επιχειρείται το «χτίσιμο» της σεξουαλικής ζωής του ζευγαριού πάλι από την αρχή. Ο θεραπευτής αναθέτει συγκεκριμένες σεξουαλικές ασκήσεις και χρησιμοποιεί εξειδικευμένες τεχνικές, προκειμένου να «δοκιμάσει» την σεξουαλική επιθυμία και τα κίνητρα μεταξύ των ερωτικών συντρόφων.
Η μακροχρόνια εμπειρία μας δείχνει, ότι πολλές φορές οι σεξουαλικές δυσλειτουργίες τόσο στον άνδρα όσο και στη γυναίκα είναι αποτέλεσμα του παράγοντα «στρες» και των μη ρεαλιστικών προσδοκιών που διαθέτουν γύρω από το σεξ και τις επιδόσεις τους. Έτσι, μέσω του sex therapy, το ζευγάρι απανανοηματοδοτεί την αξία που έχει το σεξ στη ζωή του.
 
 
Πίσω στην αρχή της σελίδας